Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

Λίστες χωρίς όνομα(…), όλο επώνυμα..!

Ένας δημοσιογράφος αποκαλύπτει ονόματα, γιγαντώνοντας στην κοινωνία τους ήδη χιλιάδες κατήγορους και εισαγγελείς, μεγεθύνοντας και βαφτίζοντας αδιάκριτα υποτιθέμενα κρίματα, κάποιων κακόβουλων, πολλών αθώων... 
 Του:  Βασίλη Ξ.  Σπηλιωτόπουλου  


 Η λίστα χάθηκε ∙ Όπως χάνουν τα παιδιά χρήματα στο γνωστό παιχνίδι εισαγωγής στις αρχές της αγοραίας νοοτροπίας, που όλο νόημα και μάλλον ξεδιάντροπα ονομάστηκε «Μonopoli»! Άλλα πάλι πινάκια κυκλοφορούν υπογείως κι αφανέρωτα, αφήνοντας στη φαντασία άπλετο χώρο να καλπάσει και να υποπτευθεί, όπως της προκύψει, με τον τρόπο που βολεύει κάθε σύμπλεγμα. 
  Ένας δημοσιογράφος αποκαλύπτει ονόματα, γιγαντώνοντας στην κοινωνία τους ήδη χιλιάδες κατήγορους και εισαγγελείς, μεγεθύνοντας και βαφτίζοντας αδιάκριτα υποτιθέμενα κρίματα, κάποιων κακόβουλων, πολλών αθώων... Όλα στο φως, κι ας είναι τούτο από τη φλόγα της κοινωνικής κόλασης, αυτής που σιγοκαίει τα θεμέλια της συμβίωσης. Τιποτένιος αποπροσανατολισμός ∙ Αποθέωσις του πρόστυχου!  
  Γιγαντένιο αποκαλύπτεται το λίμασμα για αίμα υπολήψεων ∙ Άκριτα τους ρίχνουμε λοιπόν, τσαλιά στη φλόγα της εξιλέωσης μας!  Ολόγυρα στα θύματα έξαλλοι χορεύουμε εμείς, και τ’ άλλο πρωί εμβρόντητοι φρίττουμε για το ατελείωτο των βασάνων μας… 
Η αγανάκτηση από την απογοήτευση, την πικρία, δε χρειάζονται αίτια και λογικό υπόβαθρο… Αρκεί ο απροκάλυπτος πόνος, αλλά κι ο υπόκωφος φθόνος, για να δοξαστεί η τυφλή ισοπέδωση, η μαζική θυσία στο βωμό του καθολικού ξεκατινιάσματος. Η ανακούφιση δεν προσφέρεται στη χαραμάδα της διεξόδου, ούτε στον αγώνα μιας υπέρβασης.  Βρίσκεται ολοφάνερη και εύκολη σε αραδιασμένα ονόματα, όχι όποια κι όποια, μα εκείνα που ηχούν γνωστά, που σπιρουνίζουν άγαρμπα-παθιασμένα τα καπούλια του πιο αδιάκριτου φανατισμού, της πιο αυθαίρετης κατασυκοφάντησης…   
Δημόσια πρόσωπα(;), κάποια σοβαρά, τόσα φαιδρά.   Ασχημονούν σε βάρος της λογικής, βιάζουν με κυνισμό την αξιοπρέπεια τη δική τους –αυτή πάει στο διάβολο- τη δική μας, που τόσο την έχουμε ανάγκη σήμερα.  Αυτές ακριβώς τις μέρες, που νιώθουμε κάθε βήμα βαρύ, λες και πατούμε πίσσα, που απλά είναι το κατακάθι της αναπάντεχης στειρότητας των λόγων και των πράξεων.  
Ξαφνικά δημόσιος διάλογος και βίος γεμίζουν αυτόκλητους δήμιους ∙ Μοιάζουν με κενοτάφια, όπου θρηνούμε έκπληκτοι, τα ραγδαία ολοκαυτώματα των ονείρων μας, των συνηθειών μας, της προδοσίας, αλλά και της ανοησίας μας!   Δεν αντέχει άλλο η νόηση!  Ξεμπαρκάρει και εκδίδεται, μήπως κι ο επόμενος πελάτης, ακούγοντας την γλυκόξινη ιστορία, τη γλυτώσει από του αγαπητικού τους όνυχες, τη μοίρα της πουτανιάς… 
Ο ρασιοναλισμός δεν κάνει πιάτσα «Κύριοι» ∙ Δε δανείζεται και δεν εξαγοράζεται… Θλίψη μονάχα αρμόζει όταν:    Χιλιάδες κυκλοφορούν ακολουθώντας μηχανιστικά ανάσες, υποταγμένοι στο στείρο της καθημερινότητας, με το κεφάλι υποκλινόμενο στο σάρωμα της ασυδοσίας. Η εξαθλίωση και η απανθρωπιά έχουν από καιρό μετατραπεί σε παραδοχή και συνήθεια. Γύμνια, σημάδια μαστίγωσης, παραίτηση από κάθε ουσιαστικό, παράδοση στο ανελέητο μιας μοίρας ξέπνοης, δίχως κανέναν προορισμό. 
Απόγνωση!   Αποστροφή! Το ιερατείο της μουχλιασμένης «Πίστης» ∙ Ολίγιστοι κι άβουλοι,  εμφωλεύουν στα απομεινάρια των ρημαγμένων από καιρό «θριάμβων».  Παριστάνουν και διαλαλούν -με όσο πάθος τους απέμεινε- το απαράλλαχτο του κόσμου, το αβύθιστο του «τιτανικού» μας. Υποκρίνονται, και σιγοτραγουδούν το σκοπό της ορχήστρας στο κατάστρωμα, κι ας έφτασε το νερό στο ύψος του βρώμικου χνώτου. Στα δύσκολα κρύβονται, κάποτε οχυρώνονται.  Δεν την αντέχουν την οργή.  Τους πρέπει μόνο η δοξολογία –κι ας είναι κάλπικη. Παρηγοριά αποζητούν και έλκουν από τα προστάγματα των αλλοδαπών αυθεντάδων ∙ Γι’ αυτό και άτολμοι, γι’ αυτό κι αθέλητοι ∙ Δεν αντιδρούν!  Δεν προτείνουν! Να περισώσουν αγωνιούν τις επωμίδες του λακέ, που ξεπουλά κάθε αξιοπρέπεια στα παρκέτα της εξουσίας.  Δεν την αντέχουν τη σκόνη της πλατείας..!   Πράγματι; Το πλήρωμα της στιγμής δυσκολονόητο, ανερμήνευτο, απολεσθέν μεταξύ ξιπασιάς κι ανοησίας.  Αυτοκριτική καμία, με τον αναστοχασμό να στερεύει μπρος στο κέρωμα του φανατισμού.  Ανοίξανε τα πιο σκονισμένα κιτάπια του δογματισμού και ξεδιάλεξαν τις πιο φθισικές εκδοχές, θυσιάζοντας την πραγματική ζωή στην υμνολογία των δοξασιών τους.  Να υποταχτούν οι πολλοί στον αργό θάνατο, μπας και η φορμόλη της κοσμοθεωρίας ακυρώσει το σώριασμα… Πόση βαρβαρότητα χωρά στη μωρία;   Μα επιτέλους, ελπίδα από πού; Ο ορίζοντας δείχνεται παντού ίδιος ∙ Οι προορισμοί όμως διαφορετικοί! Γι’ αυτό και δικαιούσαι πάντα να ονειρεύεσαι ∙ Οφείλεις να ταξιδεύεις! Όρισε ξανά αρχές κι αξίες, μιας κι αυτές είναι πυξίδα κι αστρολάβος.  Άρπαξε τη σκότα, βίραρε τη μαΐστρα και πλεύσε τα αρχιπελάγη, δαμάζοντας τις φουρτούνες της ζωής. Η δίψα των ωκεανών κάποτε θα σβήσει, κι ο άνθρωπος θα γλυτώσει από τα πάθη του Ταντάλου… Γιατί κοινωνίες και λαοί κάποια στιγμή αποφασίζουν και αναδεύουν το αποκαθίδι της στασιμότητας, της οίησης ∙ Προχωρούν στο παραπέρα. Ας μην το λησμονούμε ποτέ λοιπόν: Το υπέροχο είναι μόλις ένα κλικ πιο κει απ’ τη συνήθεια, ανάμεσα στην άβυσσο της αλαζονείας και της βολεψιάς…           

Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου